Πήγαινε στο περιεχόμενο
Προχωράμε

Το καλάθι είναι άδειο.

Σώμα

Το σώμα σου δεν είναι δημόσιος διάδρομος.

Από τη θεία στο τραπέζι μέχρι τον άγνωστο στη στάση: πόσοι περνούν από πάνω σου χωρίς να ρωτήσουν.

14 Ιανουαρίου 2026 · 6 λεπτά ανάγνωσης

Ξεκινάει νωρίς και ξεκινάει με αγάπη. Στα οκτώ σου κάποια σου πιάνει το μάγουλο και λέει «τι όμορφη που έγινε». Στα δεκατέσσερα η ίδια λέει «πρόσεχε λίγο, άρχισες». Στα είκοσι πέντε ρωτάει πότε. Στα τριάντα πέντε ρωτάει γιατί όχι. Κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν σε μισεί. Αυτό κάνει το πράγμα δυσκολότερο, όχι ευκολότερο.

Στην Ελλάδα το σώμα μιας γυναίκας συζητιέται σαν να είναι κοινόχρηστος χώρος. Σαν διάδρομος πολυκατοικίας: όλοι έχουν κλειδί, όλοι δικαιούνται να περάσουν, κανείς δεν τον καθαρίζει. Το σχόλιο έρχεται στο τραπέζι της Κυριακής ανάμεσα σε δύο πιάτα, τυλιγμένο σε ενδιαφέρον. Αδυνάτισες. Πάχυνες. Χλόμιασες. Δεν κοιμάσαι καλά. Θα σου πάει καλύτερα μακρύ. Και εσύ μαθαίνεις να χαμογελάς, γιατί η εναλλακτική είναι να χαλάσεις το γεύμα.

Η οικονομία του σχολίου

Κάθε σχόλιο έχει κόστος και το πληρώνεις εσύ. Πληρώνεις σε δευτερόλεπτα μπροστά στον καθρέφτη. Σε ρούχα που αγοράζεις για να προλάβεις μια κουβέντα. Σε φωτογραφίες που δεν ανεβάζεις. Σε καλοκαίρια που τα περνάς με μια μπλούζα πάνω από το μαγιό. Κανείς δεν σου έστειλε λογαριασμό, αλλά κάτι πληρώνεται κάθε μήνα, στην ώρα του.

Δεν είναι ματαιοδοξία να θέλεις να σε αφήσουν ήσυχη. Είναι στέγη.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά, εκείνη που δεν σου τη λένε με αγάπη. Ο δρόμος στις έντεκα το βράδυ. Το κλειδί ανάμεσα στα δάχτυλα. Ο υπολογισμός για το ποιο σοκάκι είναι φωτισμένο. Ο συνάδελφος που στέκεται μισό βήμα πιο κοντά απ’ όσο χρειάζεται. Η φράση «πλάκα κάνω» που έρχεται πάντα μετά, ποτέ πριν. Μαθαίνουμε να το λέμε αυτό «ζωή στην πόλη» και προχωράμε.

Τι σημαίνει να πάρεις πίσω τον χώρο

Δεν σημαίνει καβγά με τη θεία σου. Οι περισσότερες δεν έχουμε ούτε τη διάθεση ούτε την πολυτέλεια. Σημαίνει κάτι πιο μικρό και πιο σταθερό: να πάψεις να θεωρείς την άποψη του άλλου πληροφορία. Όταν κάποιος σχολιάζει το σώμα σου, δεν σου δίνει δεδομένα. Δίνει τον εαυτό του. Το άγχος του για τα γηρατειά, τη σχέση του με το φαγητό, τα δικά του ανείπωτα. Μπορείς να τα ακούσεις όπως ακούς μια ειδησεογραφική εκπομπή στο διπλανό δωμάτιο.

Και σημαίνει να ξαναμάθεις το σώμα σου από μέσα. Όχι στον καθρέφτη, από μέσα. Πού πονάει όταν είσαι κουρασμένη. Πού ζεσταίνεται. Τι θέλει όταν το αφήνεις να θέλει. Αυτή η γνώση δεν είναι θεωρητική και δεν βρίσκεται σε συζήτηση. Βρίσκεται στην αφή, στην αναπνοή, στη σιωπή ενός δωματίου όπου δεν σε βλέπει κανείς. Είναι η μόνη πληροφορία για το σώμα σου που δεν σου την έδωσε κάποιος άλλος.

Ξέρω τι θα πεις. Ότι δεν έχεις δωμάτιο. Ότι μένεις με γονείς, με συγκάτοικο, με παιδιά, με έναν άντρα που ρωτάει πού πας κάθε φορά που σηκώνεσαι. Το ξέρω. Γι’ αυτό δεν λέω «άλλαξε τη ζωή σου». Λέω: κράτα δέκα λεπτά. Δέκα λεπτά όπου δεν εξηγείς τίποτα σε κανέναν. Το να μπορείς να το κάνεις αυτό χωρίς ενοχή είναι ήδη μια πολιτική πράξη σε αυτή τη χώρα.

Το όριο δεν χρειάζεται εξήγηση

Μας έμαθαν ότι κάθε άρνηση χρειάζεται δικαιολογία, και μάλιστα καλή. Ότι πρέπει να αποδείξουμε γιατί δεν θέλουμε, σαν να πηγαίνουμε σε επιτροπή. Δεν πηγαίνουμε. «Δεν θέλω» είναι ολόκληρη πρόταση. «Δεν το συζητάω» είναι ολόκληρη πρόταση. Την πρώτη φορά θα σου βγει τρεμάμενη και θα νομίζεις ότι έγινε σεισμός. Δεν έγινε. Θα σου πουν ότι άλλαξες. Πες ναι.

Το σώμα σου δεν είναι δημόσιος διάδρομος. Είναι σπίτι. Έχει πόρτα, και η πόρτα έχει από μέσα ένα κλειδί που κανείς άλλος δεν κρατάει αντίγραφο. Αν το ξέχασες, δεν χάθηκε. Απλώς πάει καιρός που δεν το γύρισες.

Διάβασε μετά